Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Το χρήσιμο άλλοθι...

ΝΑ ΜΟΥ το θυμηθείτε ότι μια χαρά θα την αξιοποιήσουν οι φανατικοί της τέλεσης των Μεσογειακών Αγώνων σε Λάρισα και Βόλο, την κυβερνητική απροθυμία να σπαταλήσει χρήματα για κάτι που το θεωρεί πολυτέλεια σε εποχή οικονομικής κρίσης…
ΟΛΟΙ αυτοί που με τους «δεκάρικους» τους δίνουν υπεραξία στον ανυπόληπτο – εδώ και πολλά χρόνια – θεσμό για να τους εξαργυρώσουν αύριο σε χρήμα και ψήφους, θα είναι αναγκασμένοι να λογοδοτήσουν μετά το 2013 για τη σχέση κόστους – ωφέλειας και την απόδοση της επένδυσης. Κι επειδή, τόσο η «περιπέτεια» των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 είναι κάτι που ακόμα το πληρώνουμε, όσο και η τραυματική εμπειρία των Νοτιοαφρικανών με το πρόσφατο Μουντιάλ (που τώρα αναρωτιούνται για πόσα χρόνια θα πληρώνουν το μήνα της ποδοσφαιρικής μέθης) είναι δύο πρόσφατα παραδείγματα ατυχών «εμμονών», η άρνηση της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει αδρά τη μη παραγωγική επένδυση που διεκδικούμε οι Θεσσαλοί σαν «μάνα εξ ουρανού» ήρθε στους διεκδικητές του ονείρου…
ΤΗΝ (αναμενόμενη, λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από χορηγούς, αθλητικό κοινό και τηλεοπτικά κανάλια) αποτυχία των αγώνων θα τη «χρεώσουν» στην αδιαφορία της κυβέρνησης, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να μας μιλήσουν για το πώς προγραμμάτιζαν να αναστήσουν έναν «πεθαμένο» θεσμό. Μια ματιά στα χαρακτηριστικά των αγώνων της Πεσκάρα (και στις προηγούμενες διοργανώσεις) αρκεί: άδειες εξέδρες, αθλητές δεύτερης και τρίτης κατηγορίας (οι καλοί «σνομπάρουν» τους Μεσογειακούς), χορηγίες μηδενικές και ούτε ένα κανάλι που να ενδιαφέρθηκε όχι για ζωντανή μετάδοση (ούτε λόγος), αλλά για μετάδοση τρίλεπτων έστω στιγμιοτύπων!..
ΑΞΙΖΕΙ άραγε να ξοδευτούν τόσα εκατομμύρια σε καιρό κρίσης για να κερδίσουμε ως περιοχή μερικές ακόμα εργατικές κατοικίες κι ένα – δυο τριτεύοντες οδικούς άξονες;

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Η τράπεζα Πειραιώς και ο Σισέ….

ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ότι, μια μέρα της επόμενη εβδομάδας ο πρόεδρος του Ολυμπιακού Βόλου Αχιλλέας Μπέος καλεί τους δημοσιογράφους στο γραφείο του για να προβεί σε σημαντικές ανακοινώσεις. Τους λέει λοιπόν, ότι ο ιστορικός Ολυμπιακός ενδιαφέρεται για την αγορά του Σισέ από τον Παναθηναϊκό και πρόκειται να καταθέσει προσφορά 5 εκατομμυρίων ευρώ… Η είδηση «σκάει» ως βόμβα στα ποδοσφαιρικά στέκια και η αντίδραση της διοίκησης του Παναθηναϊκού είναι εξίσου ενδιαφέρουσα: «η οικογένεια Βαρδινογιάννη» - αναφέρει – «συζητάει κάθε πρόταση για μεταγραφή ποδοσφαιριστή του ΠΑΟ. Ειδικά στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, η οικογένεια Βαρδινογιάννη θεωρεί ότι οι μεταγραφικές κινήσεις στο ποδόσφαιρο είναι δείγμα υγείας γιατί αποδεικνύουν ότι η ποδοσφαιρική αγορά δεν πέθανε και γίνονται ακόμα επενδύσεις»…
ΤΗΝ επόμενη μέρα οι οπαδικές εφημερίδες του Παναθηναϊκού οργιάζουν: «ΠΟΥΛΑΕΙ τον Σισέ αντί πινακίου φακής», «ΞΕΠΟΥΛΑΝΕ τον Γάλλο», «Κάτω τα χέρια από τον Σισέ», «Δεν θα επιτρέψουμε το ξεπούλημα της Παναθηναϊκής περιουσίας», «Δωρίζουν τον Σισέ στον Μπέο»… Και άλλα παρόμοια… Στο Βόλο, όλοι πανηγυρίζουν για το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μεταγραφής, με εξαίρεση την Αριστερά που προβληματίζεται για τις θέσεις εργασίας που κινδυνεύουν στη επίθεση του Ολυμπιακού Βόλου γιατί «ο Σισέ αξίζει για τρεις επιθετικούς μαζί» κατά δήλωση του προπονητή της ομάδας…
ΤΟ ΠΑΡΟΝ κείμενο – οφείλω να σας εξομολογηθώ - γράφεται υπό θερμοκρασία 40 βαθμών Κελσίου… Άρα, ο αναγνώστης διαβάζοντας το, δικαιολογημένα συμπεραίνει ότι «έσφιξαν οι ζέστες» και ο υπογραφόμενος λάλησε… Δεν φταίνε οι ζέστες όμως, αλλά η αδυναμία μας να εκτιμήσουμε με ψυχραιμία τις εξελίξεις. Και όχι βέβαια τις αθλητικές, αλλά τις υπόλοιπες που επηρεάζουν πολύ περισσότερο τη ζωή μας… Κι έρχομαι στο κυρίως θέμα…
ΟΠΩΣ ακριβώς μια πρόταση Μπέου για τον Σισέ δεν σημαίνει ότι πουλήθηκε, έτσι και μια πρόταση Σάλλα για εξαγορά ποσοστών της ΑΤΕ και του ΤΤ δεν σημαίνει ότι έχουμε αγοραπωλησία… Ο πρόεδρος της Πειραιώς έκανε μια προσφορά κι η κυβέρνηση τη χαιρέτησε ως μήνυμα κατά της ακινησίας της αγοράς… Από εκεί και πέρα, κανείς δεν μπήκε σε λεπτομέρειες ως προς το μέγεθος του ποσού της προσφοράς κι εκείνου που θα αντιπροτείνει με τη βοήθεια των ειδικών, το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης… Κανείς δεν μπήκε σε λεπτομέρειες για το πόσοι εργαζόμενοι χρειάζονται ώστε να είναι βιώσιμη η επιχείρηση αντιθέτως ο κ. Σάλλας εγγυήθηκε από την πρώτη στιγμή τη διατήρηση των θέσεων εργασίας… Όλα αυτά, προφανώς, θα συζητηθούν μεταξύ των δύο πλευρών που έχουν ως γνωστόν διαφορετικές η κάθε μία ευαισθησίες… Όταν καταλήξουν θα κριθεί αν είναι «ξεπούλημα» ή όχι, αν το ποσό είναι «πινάκιο φακής» κι αν η διαβεβαίωση για τις θέσεις εργασίας ήταν μια απατηλή υπόσχεση…
ΩΣ ΤΟΤΕ, όλοι οφείλουμε να καταθέτουμε τον προβληματισμό μας για το γεγονός, αλλά σε καμία περίπτωση να μην βγάλουμε πρόωρα συμπεράσματα σαν κι αυτά που ένιοι πολιτικοί αρθρώνουν με απίστευτη ελαφρότητα, στα «παράθυρα» και στα μπαλκόνια. Ακούγοντας π.χ. τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ αναρωτιέσαι αν διαφωνεί με την πώληση ή με την τιμή. Γιατί είναι άλλο να διαφωνείς με την πώληση κι άλλο με την τιμή. Κι όταν εμφατικά αναφέρεσαι σε «πινάκια φακής», προφανώς δηλώνεις «ανοιχτός» σε καλύτερες προσφορές… Καθόλου άσχημο για το βιογραφικό σου, αν είσαι οπαδός του Παναθηναϊκού και έχεις ως πρότυπο τον προκάτοχό σου στην ηγεσία του κόμματος…
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ: είναι πρόωρο να κρίνουμε μια πρόταση ως deal, όταν δεν έχει γίνει καμιά συζήτηση ως προς τα χαρακτηριστικά της συμφωνίας. Και μπορεί στο πλαίσιο της ποδοσφαιρικής φλυαρίας (που, κατά τον Έκο, είναι υποκατάστατο της πολιτικής φλυαρίας) αυτό να γίνεται κατά κόρον (δείτε πόσους παίκτες «έφεραν» κι αυτό το καλοκαίρι οι τίτλοι των εφημερίδων στην Ελλάδα!) αλλά στο πλαίσιο της δημόσιας πολιτικής συζήτησης, κάτι τέτοιο συνιστά έλλειψη σοβαρότητος…

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Από άλλη οπτική γωνία….

Η ΕΡΩΤΗΣΗ στον ενδιαφερόμενο για την αγορά της ΑΤΕ και του Ταχ. Ταμιευτηρίου, πρόεδρο της Τράπεζας Πειραιώς Μιχ. Σάλλα σχετικά με τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας στους δύο φορείς του δημοσίου τομέα, δείχνει αν μη τι άλλο ευαισθησία: κανείς δεν θάθελε να βρεθούν άνθρωποι ξαφνικά στο δρόμο επειδή το ελληνικό κράτος αποφάσισε να «ξεφορτωθεί» δύο επιχειρήσεις του…
ΑΥΤΗ όμως είναι η μία όψη του νομίσματος…Ή άλλη όψη έχει να κάνει με την πικρία που δημιουργεί στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, το όψιμο ενδιαφέρον για οποιονδήποτε δημόσιο υπάλληλο απειλούν οι περίφημοι «νόμοι της αγοράς»…Ως γνωστόν, καθημερινά κλείνουν ιδιωτικές επιχειρήσεις μικρές ή μεγάλες (τελευταίο κρούσμα τα σούπερ μαρκετς «Ατλάντικ») και εκατοντάδες εργαζόμενοι μένουν στο δρόμο χωρίς να νοιώθουν τόσο έντονο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την τύχη τους…Κι όσοι τυγχάνει να δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα και να μην έχουν υποστεί ακόμη τις συνέπειες της κρίσης, ζουν μέσα στην αβεβαιότητα χρόνια ολόκληρα και ιδίως τους τελευταίους μήνες, με όσα ακούνε καθημερινά…Όλοι αυτοί (εμείς δηλαδή!) δεν έχουν ούτε την ασφαλιστική δικλείδα της μετάταξης, ούτε την ελπίδα της «παχυλής» αποζημίωσης, ούτε την προσδοκία μιας καλής σύνταξης, πολύ δε περισσότερο το δίχτυ προστασίας της μονιμότητας…
ΣΕ ΚΑΘΕ περίπτωση, ουδείς εύχεται τα δικά του δεινά να χαρακτηρίζουν τον εργασιακό βίο όλων…Αλλά, προς θεού: υπάρχουν δύο κατηγορίες ελλήνων και η πλέον προνομιούχα είναι συνήθως εκείνη που «φορτώνει» τα άγχη της στην άλλη, που τη συντηρεί παράγοντας πλούτο…Το καλύτερο που έχουν να κάνουν όσοι μας φορτώνουν την αγωνία τους για το αύριο, είναι να νοιώσουν ότι αυτού του είδους η αγωνία είναι η καθημερινότητα μας

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του…

ΤΗΝ ΙΔΙΑ ακριβώς ημέρα που στη Βουλή ψηφίζονταν το ασφαλιστικό ανακοινώνονταν οι βάσεις για την εισαγωγή στα Ανώτερα και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα… Πέραν της διαπίστωσης ότι πλέον «διαβατήριο» προς μια οποιαδήποτε σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι το 4 (ναι, ο βαθμός που αν έπαιρνε στα δικά μου χρόνια ένας μαθητής έσπευδε να «κρυφτεί» για το υπόλοιπο καλοκαίρι), ελάχιστοι σημείωσαν τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στα δύο θέματα. Γιατί, όσο κι αν στον υπόλοιπο κόσμο η εκπαίδευση και το ασφαλιστικό είναι δύο ξεχωριστά κεφάλαια της δημόσιας ζωής, στην Ελλάδα συνδέονται τόσο πολύ που είναι σχεδόν αδύνατον να καταλήξεις σε ασφαλές συμπέρασμα για το Ασφαλιστικό, αν δεν λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν σου τη διαδικασία δια της οποίας ο ασφαλισμένος οδηγήθηκε στο να ασκεί το άλφα και το βήτα επάγγελμα…
ΑΝ Η ΜΕΓΑΛΗ ευφορία για το γεγονός ότι οι «πόρτες» της τριτοβάθμιας άνοιξαν και για εκείνους που γράφουν κάτω από τη βάση είναι η μία πλευρά του νομίσματος, η διαπίστωση ότι μόνο το 20% των επιτυχόντων πέρασαν στη σχολή της προτιμήσεως τους, είναι η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος και η πλέον ενδιαφέρουσα βέβαια πλευρά, καθώς οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το 80% των κατ’ έτος επιτυχόντων αναγκάζεται (δια της «επιτυχίας» του!!!) να οδηγείται σε έναν επαγγελματικό προσανατολισμό που δεν επέλεξε. Αν σ’ αυτό προστεθεί το γεγονός ότι ενός μεγάλου τμήματος των υποψηφίων η επιλογή οφείλεται σε γονεϊκές εμμονές ή παροτρύνσεις για βόλεμα στο δημόσιο (στρατιωτικές σχολές κλπ) εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι, ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων του άμεσου μέλλοντος, επιλέγει βάζοντας σε δεύτερη – τουλάχιστον! – μοίρα τη χαρά της δημιουργίας μέσα από μια δραστηριότητα που πραγματικά επιθυμεί για να την υπηρετεί με προθυμία και αγάπη…Αυτό αργά ή γρήγορα θα φανεί: ποιος μπορεί να ασχολείται για τρεις ή τέσσερις δεκαετίες (μια ζωή) με κάτι που δεν τον εκφράζει; Καταντάει καταναγκασμός, αγγαρεία, ρουτίνα που αργά ή γρήγορα οδηγεί στην εμμονή της απόδρασης από την καθημερινή αυτή φυλακή «μια ώρα αρχύτερα»…
ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ γύρω από την αύξηση των ορίων ηλικίας που μονοπωλεί το ενδιαφέρον μας τους τελευταίους μήνες αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες για τα παραπάνω: όλοι θέλουν να φύγουν μια ώρα αρχύτερα από τη δουλειά τους! Άλλοι, μετρώντας τα χρόνια του στρατού, άλλοι εξαγοράζοντας τριετίες και πενταετίες, άλλοι υπολογίζοντας «πλασματικά χρόνια» αναζητούν (με τη βοήθεια ενός, πρόθυμου να ενδώσει στις απαιτήσεις του καθενός, κράτους) τρόπο να δραπετεύσουν νωρίτερα από τα προβλεπόμενα… Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που επικαλούνται την αδυναμία του ανθρώπου να δουλέψει μετά τα εξήντα αναδεικνύοντας το παράδειγμα του οικοδόμου, μόλις συνταξιοδοτηθούν, διαψεύδουν με την «ελεύθερη» πλέον «ζωή» τους τα ίδια τους τα επιχειρήματα, γιατί ασχολούνται ως συνταξιούχοι με δυσκολότερα πράγματα: βάφουν το εξοχικό, φροντίζουν το μπαχτσέ τους, περιποιούνται τον κήπο τους, βοηθούν το γιό τους στη δική του επιχείρηση και το κάνουν με τόσο μεράκι που καταλαβαίνεις αμέσως τι τους έλλειπε κι ήθελαν μια ώρα αρχύτερα να φύγουν από την υπηρεσία τους: η αγάπη για τη δουλειά τους!..
ΟΛΑ ΑΥΤΑ θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν (τώρα πλέον που στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ένας υποψήφιος μπορεί να περάσει και με 4) το κράτος άνοιγε τις πόρτες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε όλους όσους κατάφερναν να φτάσουν στο τέλος μιας περισσότερο απαιτητικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης… Κι αν έδινε το δικαίωμα στον φοιτητή να αλλάξει σχολή όταν νοιώθει ότι στα δεκαέξι του και τα δεκαεπτά του έκανε λάθος επιλογή στον επαγγελματικό προσανατολισμό. Δεν θα έβρισκαν όλοι την «Ιθάκη» τους σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά σίγουρα θα είχαμε περισσότερους ανθρώπους πορευόμενους στο δρόμο προς μια καλύτερη επιλογή εργασίας… Και σίγουρα λιγότερους «εγκλωβισμένους» σε μια κατάσταση που ακόμα κι αν εξασφαλίζει τα προς το ζην δεν διαμορφώνει ανεξάρτητες προσωπικότητες… Αν άντεξαν τον εργασιακό αυτό μεσαίωνα (αυτό είναι «Μεσαίωνας» και όχι η απελευθέρωση των εργασιακών σχέσεων που ισχυρίζονται οι συνδικαλιστές) οι προηγούμενες γενιές, το οφείλουν στη βοήθεια που με το αζημίωτο τους παρείχε το πελατειακό σύστημα ώστε να χαλαρώνουν τα δεσμά τους: ημιαργίες, τριήμερα, απουσία ασφυκτικού ελέγχου, χαλαρότητα, προσωρινές αποδράσεις δι αποσπάσεων ή μεγάλης διάρκειας αδειών (κυήσεως, σπουδών κλπ) άδειες από τη σημαία, σύνταξη στα σαράντα ή τα πενήντα… Μέχρι που το σύστημα δεν άντεξε και πλέον πρέπει ο κάθε κατεργάρης να πάει στον πάγκο του…